Home

Primary links

  • About us / How to order
  • Bargains
  • List of Items for Sale
  • Rarities
  • Trades
  • Contact
Home

Search

Enclose phrases in double quotes ("").

Shopping cart []

View your cart

Latest image

SILENT RAGE: Don't Touch Me There CD.  Rare Original 1st press cut out. + ELO cover. Check samples

Similar entries

  • Tavalion: MasterKey CD...Rock
  • Mouflouzelis 3 LP Μουφλουζέλης Τα αλλιώτικα. Check videos!!
  • 700 Machines: Turn On… CD Detroit Proto-Punk, Aussie Punk, 60's Garage Punk, psychedelic, 70's Hard Rock
  • V.A - Outsiders: Ανεξαρτητη ροκ σκηνή, Δικαίωμα Διάβασης LP 1985 (Greek Rock). Incl. 3 huge sheets. Check samples! SUPER RARE!!
  • Grigoris Bithikotsis: Mikri Kaimi LP (Gatefold 1975). Δέστε το βίντεο. Check samples

ΑΘΗΝΑ Φωτογραφικές όψεις και απόψεις ΒΙΒΛΙΟ. Athina - Athens aspects and views BOOK

  • Other Genres
  • RARE
  • Magazines
  • Other
ΑΘΗΝΑ Φωτογραφικές όψεις και απόψεις ΒΙΒΛΙΟ.  Athina - Athens aspects and views BOOK

ΑΘΗΝΑ 2001 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΟΨΕΙΣ ΚΑΙ ΑΠΟΨΕΙΣ

Ένα φωτογραφικό βιβλίο αφιερωμένο σε μια πόλη, θέτει προκαταβολικά ένα ερωτηματικό σε σχέση με την ταυτότητά του. Δεν είναι άλλωστε λίγοι οι αναγνώστες που βιάζονται, προτού το ανοίξουν, να τού προσδώσουν την ταυτότητα που εκείνοι θα προτιμούσαν ή θα περίμεναν. Εκτός λοιπόν από ερωτηματικά ένα βιβλίο-πόλης γεννάει ελπίδες, και κρύβει εκπλήξεις.

Συγγραφέας: ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΕΡΓΟ
Κατηγορία: ΤΕΧΝΕΣ
Εκδοτικός Οίκος: ΦΩΤΟΧΩΡΟΣ
Σελίδες / PAGES: 272
Ημερομηνία Έκδοσης: 2001
Διαστάσεις / DIMENSIONS: 20Χ25
ISBN: 960-7404-50-5

=========================================================

"Αθήνα 2001 - Όψεις και Απόψεις"

Λεύκωμα-συλλογή φωτογραφιών 36 φωτογράφων
Συνέκδοση με το Μουσείο Μπενάκη

1η έκδοση 2001
Σελίδες 272
Διαστάσεις 20Χ25

Η φωτογραφική συμφωνία μιας πόλης
ή μια υποκειμενική εκδοχή τού πραγματικού
Ένα φωτογραφικό βιβλίο αφιερωμένο σε μια πόλη, θέτει προκαταβολικά ένα ερωτηματικό σε σχέση με την ταυτότητά του. Δεν είναι άλλωστε λίγοι οι αναγνώστες που βιάζονται, προτού το ανοίξουν, να τού προσδώσουν την ταυτότητα που εκείνοι θα προτιμούσαν ή θα περίμεναν. Εκτός λοιπόν από ερωτηματικά ένα βιβλίο-πόλης γεννάει ελπίδες, και κρύβει εκπλήξεις.

Οι περισσότεροι περιμένουν μια όσο γίνεται πιο πιστή καταγραφή τής μορφής και τής ζωής τής πόλης. Ένα είδος ντοκουμέντου. Εκείνες τις φωτογραφίες που νομίζουν πως θα αντικαταστήσουν τα μάτια τού επισκέπτη. Άλλοι πάλι προτιμούν μια ωραιοποιημένη αποτύπωση τής πόλης, έτσι που το βιβλίο να αποτελέσει ιδανικό δώρο για αλλοδαπούς επισκέπτες και παρήγορη αυταπάτη για τον τόπο τής διαμονής τους. Η αντίληψή τους για τις «καλές» φωτογραφίες (αυτές που θα «έπρεπε» να περιέχει το βιβλίο) ευθυγραμμίζεται με την αισθητική των σύγχρονων καρτ-ποστάλ, αυτών που απομονώνουν λεπτομέρειες, υπερτονίζουν χρώματα και χρησιμοποιούν την εξιδανίκευση σαν εργαλείο μιας δήθεν περιγραφής. Οι παλιές ασπρόμαυρες καρτ-ποστάλ είχαν τουλάχιστον την αρετή τής πληροφόρησης.

Οι παραπάνω προσεγγίσεις, που άλλωστε βρίσκουν πολλές και χρήσιμες εμπορικές εφαρμογές, πέφτουν στο λάθος τής τυποποίησης, αυτής που έχει επικρατήσει να ονομάζεται «κλισέ». Και στην περίπτωση τού λευκώματος τής πόλης στο κλισέ τής αντικειμενικότητας και στο κλισέ τής ομορφιάς. Αυτή καθεαυτή όμως η έννοια τής τυποποίησης αποτελεί εξορισμού προδοσία τόσο τής αντικειμενικής αλήθειας όσο και τής ομορφιάς, οι οποίες, είτε τις δεχτούμε ανέφικτες είτε ανύπαρκτες, έχουν πάντοτε την ανάγκη να συνοδεύονται και από αμφιβολία και από ειλικρίνεια. Ο φωτογράφος που λειτουργεί με «κλισέ» δεν ανιχνεύει. Απλώς εικονογραφεί τα προαποφασισμένα πλάνα του. Η λειτουργία όμως τής φωτογραφικής εικόνας που στηρίζεται σε υποκειμενικά κριτήρια επιλογών είναι απείρως πιο ενδιαφέρουσα. Πρόκειται για μια φωτογραφία που χρησιμοποιεί την όσο γίνεται πιο πιστή καταγραφή για να αποδώσει την όσο γίνεται πιο προσωπική φωτογραφική εκδοχή της. Εδώ ο φωτογράφος αγνοεί το αποτέλεσμα και εκπλήσσεται όταν νομίζει ότι απέδωσε έστω και ένα μικρό ποσοστό τής πάντα πολύπλοκης αλήθειας ή τής πάντα υπόγειας ομορφιάς.

Μια πόλη, άλλωστε, έχει μυρωδιές και ήχους, έχει ατμόσφαιρα και ζωή, που είναι πρακτικά αδύνατον να αποτυπωθούν στα αυθαίρετα όρια τού μικρού παραλληλόγραμμου μιας φωτογραφίας. Αυτό που ο θεατής νομίζει πως βλέπει από την πόλη, δεν είναι παρά η αναφορά στην ήδη προκατασκευασμένη αντίληψή του γι αυτήν, ή στις περιληπτικές πληροφορίες μιας λεζάντας. Η τελευταία μάλιστα είναι αυτή που υπογραμμίζει την αξία στις λεγόμενες ιστορικές φωτογραφίες και στη διάσταση τού πειστηρίου, που τους προσδίδει χωρίς αμφιβολία τη γοητεία που η αλήθεια και ο χρόνος ασκεί πάνω σε όλους μας.

Το πορτραίτο μιας πόλης δεν διαφέρει από το πορτραίτο ενός ανθρώπου. Στα πορτραίτα η διαδικασία τής φωτογράφησης και η φωτογραφία που θα προκύψει δεν αποτελούν εργαλείο και στόχο για την αδύνατη και τελικά ανώφελη «ερμηνεία» τής προσωπικότητας ενός ανθρώπου. Κανένα πορτραίτο δεν μπορεί να περικλείσει την προσωπικότητα τού εικονιζόμενου και καμία σειρά εικόνων δεν μπορεί να ορίσει την πνοή και το ρυθμό μιας πόλης. Ένα πορτραίτο δεν είναι παρά ή μυστηριώδης συνάντηση τού βλέμματος ενός ανθρώπου με αυτό τού φωτογράφου. Ο τελευταίος έχει έτσι την πιθανότητα, να θέσει ορισμένα ερωτηματικά για το πρόσωπο που τον κοιτάζει. Τα ερωτηματικά αυτά, που δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν χωρίς την παρουσία τού φωτογράφου, δεν θα απαντηθούν ποτέ. Στη φωτογραφία το ενδιαφέρον βρίσκεται στα ερωτήματα που απλώς υπαινίσσεται και όχι στις απαντήσεις που νομίζουμε πως μας δίνει.

Το παρόν βιβλίο δεν έχει τη φιλοδοξία να αποτελέσει μια συλλογή εικόνων τής Αθήνας που να περιλαμβάνει όλα ή τα περισσότερα θέματα που συνθέτουν την εικόνα και τη ζωή μιας πόλης. Άλλωστε κάτι τέτοιο, εκτός από αδύνατο, θα ήταν και υπερφίαλο, και αβέβαιο και, τελικά, στερημένο νοήματος. Το βιβλίο αυτό αποτελεί μια αυθαίρετη και αποσπασματική συνύπαρξη εξίσου αυθαίρετων και αποσπασματικών βλεμμάτων πάνω στην πόλη μας. Αυτή η προσέγγιση δίνει ίση σημασία στο θέμα και στον φωτογράφο. Πρόκειται δηλαδή για μια συλλογή προσωπικών και απόλυτα υποκειμενικών απόψεων πάνω στην αντικειμενική όψη τής πόλης. Το υποκειμενικό διαστρέφει το αντικειμενικό και μας το επαναφέρει σαν μεταλλαγμένη ή υπερβατική εκδοχή τού πραγματικού.

Η ιδέα αυτής τής συλλογής φωτογραφιών ξεκίνησε από τη σχέση τού Μουσείου Μπενάκη με τη φωτογραφία, μια σχέση που γίνεται ολοένα πιο σημαντική, αλλά που δεν παύει να αναζητεί τον ρόλο της. Ο αρχικός ιστορικός και λαογραφικός στόχος τού Μουσείου, που οδήγησε στη συλλογή φωτογραφιών με έμφαση στη λειτουργία τους ως τεκμηρίων, άρχισε να συμπληρώνεται (χωρίς να υποβαθμίζεται) με την προσθήκη καλλιτεχνικών κριτηρίων επιλογής. Η στροφή αυτή οδήγησε το Μουσείο στη συγκέντρωση φωτογραφιών με το πρόσθετο κριτήριο τής παρουσίας ενός συγκεκριμένου, γνωστού και αξιόλογου δημιουργού. Είδαμε, έτσι, τις συλλογές των φωτογραφιών τής Nelly's, τής Παπαϊωάννου, τού Χαρισιάδη και άλλων, να βρίσκουν στέγη στο Μουσείο και να αξιοποιούνται τόσο επιστημονικά όσο και καλλιτεχνικά. Αυτή η στροφή τού Μουσείου είναι εξαιρετικά σημαντική, αφενός διότι προσδίδει αισθητική διάσταση και αξία στην τεκμηριωτική λειτουργία τής φωτογραφίας και αφετέρου διότι καλύπτει με το κύρος του και την οργάνωσή του την καλλιτεχνική λειτουργία της. Αναθέτοντας, τέλος, σε σύγχρονους φωτογράφους την παραγωγή φωτογραφικών εικόνων, το Μουσείο συμπληρώνει τους ρόλους του προσθέτοντας και αυτόν, που ίσως είναι ο σημαντικότερος, τού εμπνευστή και υποκινητή τού δημιουργικού έργου. Δεν έρχεται δηλαδή πλέον απλώς και μόνον να συλλέξει το ήδη υπάρχον έργο, να το αρχειοθετήσει και να το συντηρήσει για τις επόμενες γενιές, αλλά γίνεται το ίδιο η αιτία γέννησης των συλλογών του. Δεν λειτουργεί επομένως μόνον σαν χώρος συλλογής και αποθήκευσης έργων, αλλά και σαν ζωντανός οργανισμός παραγωγής έργων.

Το προσωπικό τού φωτογραφικού τμήματος τού Μουσείου, με επικεφαλής την κυρία Φανή Κωνσταντίνου, έχει όχι απλώς ασπαστεί τη στροφή αυτή και τη σημασία της, αλλά δείχνει να απολαμβάνει τη διεύρυνση τού ρόλου του και να επιχειρεί, με ηρεμία και με εμπιστοσύνη στον χρόνο, τη σύζευξη και παράλληλη σύμπλευση τής παραδοσιακής τεκμηριωτικής λειτουργίας με αυτήν τής σύγχρονης καλλιτεχνικής διάστασης των φωτογραφιών που φυλάει, συντηρεί και διαχειρίζεται.

Η ιδέα που οδήγησε στην παραγωγή αυτού τού βιβλίου και των φωτογραφιών που περιέχει στηρίχτηκε στη συνεργασία ενός οργανισμού, όπως είναι ο "Φωτογραφικός Κύκλος", που έχει σαν κύριο στόχο τη δημιουργία καλλιτεχνικών φωτογραφιών, με έναν άλλον οργανισμό, το Μουσείο Μπενάκη, που έχει σαν δευτερεύοντα στόχο την παραγωγή φωτογραφιών. Ο "Φωτογραφικός Κύκλος" έχει ανάμεσα στα μέλη του πολλούς και καλούς νέους φωτογράφους, προς τους οποίους πέρασε το μήνυμα και τον τελικό στόχο, ώστε να ξεκινήσει μια δημιουργία φωτογραφικών εικόνων με το συγκεκριμένο περιεχόμενο τού γενικότερου θέματος. Δεν περιοριστήκαμε όμως μόνον στα μέλη. Αναζητήσαμε και άλλους φωτογράφους και τελικά ανάμεσα σε αυτούς που παρουσιάζουν δουλειά τους υπάρχουν και αρκετοί που δεν είναι μέλη τού "Κύκλου".

Η γενική ιδέα τού θέματος ήταν η Αθήνα στο γύρισμα τού αιώνα, όπως θα την έβλεπε ένας διαβάτης. Περιορίσαμε δηλαδή το πεδίο σε εξωτερικούς μόνον χώρους. Δεν ανατέθηκαν όμως στους φωτογράφους συγκεκριμένα υπο-θέματα, αλλά αφέθηκαν ελεύθεροι στην επιλογή τού επιμέρους θέματος που τους ενδιέφερε. Η υποκειμενικότητα τής δημιουργικής προσέγγισης υπηρετείται καλύτερα αν ξεκινάει από το τι φωτογραφίζεται και δεν περιορίζεται στο πώς φωτογραφίζεται. Άλλωστε αυτή η πόλη είναι η πόλη τους. Σ' αυτήν ζουν, αυτήν βλέπουν κάθε μέρα και έχουν το δικαίωμα να μας μεταφέρουν τη λεπτομέρεια που τους κάνει εντύπωση. Διότι πρέπει να σημειώσουμε ότι η φωτογραφία ασχολείται μόνο με τη λεπτομέρεια, που μας οδηγεί πάντοτε έμμεσα (και μακάρι υπερβατικά) στο σύνολο.

Η δική μου ευθύνη σαν επιμελητή ήταν η επιλογή των φωτογραφιών, που έγινε όμως πάντοτε σε συνεργασία (όχι πάντα σε πλήρη συμφωνία) με τους φωτογράφους. Οι φωτογραφικές μου προτιμήσεις, όπως είναι αναπόφευκτο, παρεμβαίνουν στη διαδικασία αυτή, ελπίζω όμως να μην προσδίδουν στο σύνολο τού έργου μιαν υπερβολικά καθοριστική δική μου υπογραφή. Στο κάτω-κάτω τα έργα ανήκουν στους φωτογράφους και όχι στον επιμελητή. Επειδή όμως ο ρόλος μου σαν θεωρητικού και σαν επιμελητή τής φωτογραφίας είναι λιγότερο σημαντικός από αυτόν τού δασκάλου (ή τον ασκώ λιγότερο αποτελεσματικά), χαίρομαι κυρίως να προκαλώ τη φωτογράφηση, να ακολουθώ την πορεία των φωτογράφων και απλώς με τη δική μου τελική παρέμβαση να κάνω σαφέστερη την φωτογραφική τους πρόταση. Στην προκειμένη περίπτωση "δούλεψα" μαζί με τους φωτογράφους (τουλάχιστον με τους περισσότερους), παρακολουθώντας την πορεία τής δουλειάς τους και συζητώντας μαζί τους τις επιλογές. Οι τελικές πάντως επιλογές αντανακλούν τις σχετικές προτιμήσεις μου και εκφράζουν την απόλυτη έγκρισή μου. Οι επιλογές αυτές θα μπορούσαν να είναι και πολύ διαφορετικές, αλλά συχνά η λογική και η δομή τού βιβλίου έδειχνε την κατεύθυνση, ώστε να αποφευχθεί η επικάλυψη, να διασφαλιστεί η ποικιλία και να διακριθούν τα θέματα.

Ο τελικός αριθμός των φωτογραφιών κάθε φωτογράφου δεν έχει φυσικά καμία σχέση με την αξία του ή με τη θέση του στην φωτογραφική καλλιτεχνική κοινωνία. Άλλωστε μια ομαδική καλλιτεχνική πρόταση δεν μπορεί να έχει σχέση με αθλητικό διαγωνισμό. Και αν στα επιμέρους τμήματά της δοθεί το ίδιο ακριβώς ποσοτικό βάρος, τότε το σύνολο χάνει σε ρυθμό και ενότητα. Οι φωτογραφίες τού καθενός επιλέχτηκαν με βάση το θέμα του, την ευρύτητά του, τον αριθμό των εικόνων που πρότεινε και τη συνοχή που οι φωτογραφίες μπορούσαν να εξασφαλίσουν.

Οι φωτογραφίες τού λευκώματος (και τής συνοδευτικής έκθεσης) θα παραχωρηθούν χωρίς αμοιβή από τους φωτογράφους στο Μουσείο, σε αναγνώριση τής συμβολής τού Μουσείου Μπενάκη στη φωτογραφία και με την ελπίδα το αρχείο του να περιλαμβάνει όλο και περισσότερες φωτογραφίες με προσωπική καλλιτεχνική προσέγγιση.

Στη διάρκεια αυτής τής προετοιμασίας, όμως, έκανα δύο ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις. Η πρώτη ήταν ότι ελάχιστοι φωτογράφοι από όσους ξέρω στην Αθήνα (και μετά από είκοσι χρόνια διδασκαλίας ξέρω πολλούς) φωτογραφίζουν την πόλη τους. Από τους τριάντα τέσσερις έλληνες φωτογράφους τού βιβλίου μόνον πέντε ή έξι φωτογράφιζαν ήδη την Αθήνα όταν γεννήθηκε η ιδέα τού βιβλίου. Αλλά και παρά τις προσπάθειές μου να βρω και άλλους νέους φωτογράφους που να φωτογραφίζουν την Αθήνα (ρώτησα δασκάλους, θεωρητικούς και δημοσιογράφους) λίγοι, πάρα πολύ λίγοι, εμφανίστηκαν. Και μάλιστα σε μιαν εποχή που ο φωτογράφος έχει την τάση τής στροφής προς τον δικό του χώρο (η πόλη στην οποία ζει αποτελεί το σκηνικό τής ζωής του), και την απομάκρυνσή του από τον ρόλο τού ουδέτερου παρατηρητή ενός ξένου περιβάλλοντος. Το ερώτημα παραμένει και ίσως είναι σημαντικότερο από οποιαδήποτε εξήγησή του.

Η δεύτερη διαπίστωση έχει να κάνει με την σχεδόν ομοιόμορφη κατεύθυνση που πήραν οι δουλειές των φωτογράφων. ΄Η για την ακρίβεια με τις δύο συχνά αλληλο-καλυπτόμενες κατευθύνσεις. Η Αθήνα αντιμετωπίστηκε άλλοτε με προφανές χιούμορ και άλλοτε σαν χαοτική τριτοκοσμική πόλη. Είναι αλήθεια, όμως, ότι μετά την παρατήρηση των φωτογραφιών και την παράλληλη παρατήρηση τής πόλης, δεν μπόρεσα παρά να συμφωνήσω. Αυτές οι δύο κατευθύνσεις είναι υπαρκτές, ίσως να είναι οι πιο δικαιολογημένες και σίγουρα είναι οι πιο γοητευτικές. Η προσωπικότητα τής πόλης δεν στηρίζεται στις αναμφισβήτητα υπαρκτές κοσμοπολιτικές πλευρές της, οι οποίες τις περισσότερες φορές απηχούν έναν επαρχιωτισμό και μια συμπλεγματική μίμηση. Ο χαρακτήρας τής Αθήνας βρίσκεται περισσότερο σ' αυτήν την άτακτη αλλά ταυτόχρονα τρυφερή και αστεία ανάμιξη τού χωριού και τής μεγαλούπολης. Εκεί μπορεί να διεκδικήσει και την ιδιότυπη γοητεία της. Πολλά θέματα βέβαια που θα μετέφεραν ακόμα καλύτερα αυτόν τον χαρακτήρα απουσιάζουν από το βιβλίο. Παραμένουν ανοικτά για επόμενους φωτογράφους. Αρκεί να τα δουν οι ίδιοι και να τα διαλέξουν.

Θα ήθελα το βιβλίο αυτό να αποτελέσει τόσο για τους θεατές όσο και για τους φωτογράφους ένα κίνητρο να δουν την πόλη τους και να την δουν πιο προσωπικά. Θα ήθελα επίσης περισσότεροι φωτογράφοι, γνωστοί ή άγνωστοι, να μπορούν να παραμερίζουν τις στενά προσωπικές τους φιλοδοξίες και να επιζητούν τη συμμετοχή τους σε ομαδικές δουλειές. Το παράδειγμα τής συμμετοχής τού Bernard Plossu μπορεί να τους εμπνεύσει. Αισθάνομαι πάντως πως η αφιέρωση ενός τέτοιου λευκώματος θα πρέπει να απευθυνθεί σε εκείνους τους νέους φωτογράφους, που δεν συμμετέχουν στο βιβλίο, είτε γιατί δεν πρόφτασαν να παρουσιάσουν δουλειά τους, είτε γιατί δεν έμαθαν γι αυτό, είτε γιατί η καλόπιστη κριτική μου τους απέρριψε. Τους ζητώ συγγνώμη και τους προτρέπω να φωτογραφίσουν τα ίδια ή και άλλα θέματα με ακόμα μεγαλύτερη αφοσίωση για ακόμα καλύτερα αποτελέσματα από τους φωτογράφους τής συλλογής αυτής.

Τέλος, θέλω να ευχαριστήσω από την καρδιά μου τον κύριο Άγγελο Δεληβοριά, την κυρία Ειρήνη Γερουλάνου, την κυρία Φανή Κωνσταντίνου, την κυρία Ειρήνη Μπουντούρη και όποιον άλλον από το Μουσείο Μπενάκη δούλεψε για αυτήν την φωτογραφική παραγωγή, γιατί με έκαναν να πιστέψω ότι στη χώρα μας μπορεί να υπάρξει συνεργασία και να παραχθεί έργο σε υψηλό επίπεδο ποιότητας και αμοιβαίου σεβασμού. Για μένα, αυτή η προσφορά τού Μουσείου Μπενάκη έρχεται να προστεθεί σε όλες τις άλλες.

Πλάτων Ριβέλλης

=======================================================

Το Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη
H διεύρυνση των στόχων του και η πρόκληση της σύγχρονης φωτογραφίας
Η ίδρυση το 1973 του Φωτογραφικού Αρχείου του Μουσείου Μπενάκη ήρθε να καλύψει την ανάγκη της διαφύλαξης και της αξιοποίησης της φωτογραφικής μας κληρονομιάς, όταν αυτή ακόμη δεν είχε εκτιμηθεί ως άξια αποκλειστικής μέριμνας. Η λειτουργία του ως ανεξάρτητου τμήματος επιβεβαιώνει την ιδιαιτερότητα του μουσειακού οργανισμού, ο οποίος, χάρη στην ευελιξία και την ετοιμότητά του, έχει τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται έγκαιρα στις εκάστοτε επιταγές της πολιτιστικής ζωής του τόπου και τις προκλήσεις των καιρών.

Στην τριακονταετή του πορεία, το τμήμα συχνά αναθεώρησε την πολιτική του και διεύρυνε τους στόχους του, προσαρμοζόμενο στις απαιτήσεις του υλικού, αλλά και στα νέα δεδομένα που δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια χάρη στο έντονο ενδιαφέρον της πολιτείας και των ιδιωτικών φορέων γύρω από την παλαιά και τη σύγχρονη φωτογραφική δημιουργία. Πρωταρχικό κριτήριο για τη συγκρότηση των συλλογών του υπήρξε η μαρτυρία της φωτογραφικής εικόνας. Απεικονίσεις μνημείων και έργων τέχνης της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής περιόδου, γενικές ή μερικές απόψεις αστικών ή αγροτικών οικισμών του ελλαδικού χώρου, καθώς και σκηνές της παραδοσιακής ζωής συγκεντρώθηκαν, ταξινομήθηκαν και τεκμηριώθηκαν, ώστε οι μελετητές της ελληνικής ιστορίας και του πολιτισμού να έχουν στη διάθεσή τους μια πηγή πολύτιμων οπτικών πληροφοριών.

Σύντομα όμως διαπιστώθηκε ότι η τεκμηριωτική αξία της εικόνας δεν ήταν δυνατό να παραμείνει ο μοναδικός γνώμονας για την επιλογή των φωτογραφιών. Τα αρχεία της Nelly's, της Βούλας Παπαϊωάννου και του Δημήτρη Χαρισιάδη, σημαντικών εκπροσώπων της ελληνικής φωτογραφίας, πυροδότησαν την επανεξέταση των κριτηρίων αξιολόγησης του υλικού. Πέρα από τη μαρτυρία της φωτογραφικής εικόνας, η προσοχή όφειλε να στραφεί στους ίδιους τους δημιουργούς, την ιδιαιτερότητα της προσωπικής τους γραφής, τη συνεισφορά τους στην εξέλιξη της ελληνικής φωτογραφίας, τη συμπόρευση ή την αποστασιοποίησή τους από τα διεθνή καλλιτεχνικά ρεύματα. Παράλληλα με την προσεκτική φύλαξη των ιστορικών φωτογραφικών αρχείων και τη χρονοβόρα διαδικασία της τεκμηρίωσής τους, προέβαλε το χρέος της παρουσίασης των ελλήνων φωτογράφων με τη διοργάνωση εκθέσεων και την έκδοση λευκωμάτων, κάτω από την εποπτεία των επιμελητών του Aρχείου ή εξωτερικών συνεργατών.

Την τελευταία δεκαετία (1990-2000), καθώς το Μουσείο ήταν κλειστό λόγω των οικοδομικών και επανεκθετικών του εργασιών, το Φωτογραφικό Αρχείο ασφυκτιούσε σε έναν περιορισμένο χώρο. Ωστόσο, δεν έπαψε να καλλιεργεί τη γόνιμη επικοινωνία με πολιτιστικά ιδρύματα και φορείς, να εκπροσωπεί την Ελλάδα σε διεθνείς διοργανώσεις και να εμπλουτίζει τις συλλογές του.

Στο πλαίσιο του αποκεντρωτικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο αρθρώθηκε και επαναλειτούργησε ο νέος μουσειακός οργανισμός τον Ιούνιο του 2000, θεωρήθηκε επιβεβλημένη η μεταστέγαση του Αρχείου σε ανεξάρτητο ακίνητο (πλατεία Φιλικής Εταιρείας 15), όπου μετά τις ενδεδειγμένες επεμβάσεις και την εξασφάλιση σύγχρονου τεχνολογικού εξοπλισμού διαμορφώθηκε κατάλληλος χώρος φύλαξης του πρωτότυπου υλικού, εργαστήριο συντήρησης φωτογραφιών και αρνητικών, σκοτεινός θάλαμος, βιβλιοθήκη και αναγνωστήριο για την εξυπηρέτηση των μελετητών.

Οι προϋποθέσεις ήταν πλέον κατάλληλες, ώστε να γίνουν βήματα προς νέες κατευθύνσεις και να τεθούν σε εφαρμογή ευρύτερα προγράμματα. Η σκέψη για το «άνοιγμα» στη σύγχρονη φωτογραφία, μέσα από θεματικές ενότητες που εντάσσονται στο πολιτιστικό όραμα του Μουσείου, είχε πλέον ωριμάσει. Η τολμηρή απόφαση της ανάθεσης έργου σε νέους φωτογράφους θα καταργούσε τα ήδη διαβλητά όρια ανάμεσα στην ιστορική και τη σύγχρονη φωτογραφική δημιουργία, ανάμεσα στο χθες και το σήμερα. Ακόμη, θα ακύρωνε και τον αμφίβολο διαχωρισμό ανάμεσα στην καλλιτεχνική και την καταγραφική φωτογραφία -το οποίο στην πράξη, άλλωστε, είχε ήδη συμβεί με το έργο των παλαιότερων φωτογράφων-, εφόσον ο κάθε δημιουργός θα είχε τη δυνατότητα να ανιχνεύσει ελεύθερα ένα δεδομένο θέμα και να το αποδώσει με την προσωπική του γραφή.

Το όφελος εξάλλου από το εγχείρημα αυτό είναι αμφίπλευρο: οι νέοι φωτογράφοι έχουν το κίνητρο να εργαστούν δημιουργικά και την ικανοποίηση της παρουσίασης του έργου τους σε ένα σημαντικό πολιτιστικό ίδρυμα της χώρας, ενώ το Φωτογραφικό Αρχείο αποκτά ένα αξιόλογο υλικό το οποίο εικονογραφεί ένα θέμα με -έτσι κι αλλιώς- ιδιαίτερο ενδιαφέρον και εκπροσωπεί τις σύγχρονες τάσεις της ελληνικής φωτογραφίας.H φωτογράφηση της Αθήνας στο τέλος του 20ού αιώνα προτάθηκε στους νέους φωτογράφους, επειδή ο αστικός χώρος μιας σύγχρονης μεγαλούπολης μεταβάλλεται συνεχώς, αλλά και επειδή το αθηναϊκό τοπίο ήταν φωτογραφικά ανεκμετάλλευτο. Η Αθήνα δεν αγαπήθηκε από το φακό, μολονότι προσέλκυσε τους πρωτεργάτες της νέας τέχνης από τον πρώτο χρόνο της εφεύρεσής της.

Οι πρώτοι ξένοι περιηγητές-φωτογράφοι έφταναν στην Αθήνα μετά από ένα κοπιαστικό ταξίδι για να ανέβουν στην Ακρόπολη και να φωτογραφίσουν τα μνημεία της, όπως εξάλλου και οι πρώτοι έλληνες συνάδελφοί τους. Τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα

στα αρχαία μνημεία προστέθηκε και το επίσημο πρόσωπο της πρωτεύουσας: οι δύο κεντρικές πλατείες, Σύνταγμα και Ομόνοια, οι κεντρικές αρτηρίες και κυρίως η Αθηναϊκή Τριλογία. Εξαίρεση αποτελούν οι φωτογραφίες του Fred Boissonnas, που αποτύπωσε δειγματοληπτικά τη ζωή της πόλης, και της Νelly's, η οποία, με την καθοδήγηση του αθηναιογράφου Δημητρίου Καμπούρογλου, φωτογράφισε τον ιστορικό της ιστό, υπακούοντας στις τάσεις του πικτοριαλισμού και με εμφανές το αίσθημα της νοσταλγίας. Αργότερα, οι φωτογράφοι των μεταπολεμικών δεκαετιών (Σπύρος Μελετζής, Κώστας Μπαλάφας, Βούλα Παπαϊωάννου, Δημήτρης Χαρισιάδης) στράφηκαν κυρίως στην ύπαιθρο και τη ζωή των αγροτών, ακολουθώντας την τάση επιστροφής στην αγνότητα της φύσης που επικράτησε μετά τη λαίλαπα του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Από τις νύξεις της ζωής στην πόλη που υπάρχουν στο έργο της Παπαϊωάννου και τις δειλές απόπειρες του Χαρισιάδη να δώσει το στίγμα της Αθήνας του '50, χρειάστηκε να φτάσουμε μέχρι τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα. για να απασχολήσει τους έλληνες φωτογράφους η ερμηνεία του αστικού τοπίου.

Στην πρόταση αυτή του Μουσείου Μπενάκη ανταποκρίθηκε με ενθουσιασμό ο καλός φίλος Πλάτων Ριβέλλης, γνωστός στον φωτογραφικό χώρο για το καλλιτεχνικό, συγγραφικό και διδακτικό του έργο. Με τη γνώση και την πείρα του συνεργάστηκε εποικοδομητικά με τους νέους φωτογράφους που έσπευσαν να δώσουν τη δική τους εκδοχή για το χώρο που βιώνουν.

Η συγκομιδή των εικόνων τους προσφέρει όψεις και απόψεις της πολύμορφης Αθήνας , αφήνοντας περιθώρια για πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις, και καλώντας μας να παρατηρήσουμε αυτό που καθημερινά προσπερνάμε.

Φανή Κωνσταντίνου

Υπεύθυνη Φωτογραφικού Αρχείου
Μουσείου Μπενάκη

=====================================================

"Athens 2001 - Views and Opinions"

Album Gallery-36 photos
Co-publication with the Benaki Museum

1st edition 2001
272 pages
Dimensions 20CH25

The photo of a city agreement
or a subjective version of the real
A photographic book dedicated to a city, set in advance a question in relation to identity. There are also a few readers who are raped before the open, giving it the identity of those who would prefer or expect. Barring questions from a book-city begets hope, and surprises.

Most expect a being as faithful record of the type and way of life. One type of document. Those photos you think they will replace the eyes of visitors. Others prefer a fix beautified the city so that the book be a perfect gift for foreign visitors and comforting illusion of the place of residence. The perception of 'good' images (those that "should" be included in the book) in line with the aesthetics of art postcards, separating these details, exaggerate colors and use the idealization of a supposedly as a tool description. The old black and white postcards had at least the virtue of information.

These approaches, which also find many useful commercial applications, fall to the mistake of standardization that has prevailed to be called "snapshot". And if the album snapshot of the city of objectivity and clichés of beauty. Itself but the concept of standardization is by definition treason as objective truth and beauty, which accept either unattainable or nonexistent, they still need to be accompanied by doubt and honesty. A photographer who operates a "snapshot" does not detect. It simply illustrates the predetermined shots. The operation, however, the photographic image based on subjective criteria is infinitely more interesting. This is an image used as the recording is more faithful to give the earliest possible personal photographic version. Here the photographer ignored the result and surprised when he thinks gave even a small percentage of the always complex truth and beauty, always underground.

A city also has sounds and smells, has the atmosphere and life, it is practically impossible to be reflected in the arbitrary limits of the small rectangle of the photograph. What the spectator thinks he sees the city, is only a reference to the already fabricated perception for the view, or summary information in a caption. The latter is one that emphasizes the value of so-called historical photographs and the dimension of evidence, which undoubtedly gives them the charm of truth and time carries over to everyone.

The portrait of a city no different from the portrait of a man. In the process of portrait photography and the photo will come not a tool and a target for the impossible and ultimately pointless "interpretation" of the personality of a man. No portrait can not enclose the personality of the individual and any number of images can define the breath and the rhythm of a city. A portrait is not only meeting the mysterious man with a vision that the photographer. The latter is thus likely to raise some questions about the person looking at him. These are questions that could not exist without the presence of the photographer will not be answered ever. In the photo of interest are the questions that merely hints rather than answers that we think gives us.

This book has the ambition to be a collection of images of Athens which includes all or most of the issues that compose the image and life of a city. Besides this, other than impossible, it was arrogant, and uncertain, and ultimately , devoid of meaning. This book is an arbitrary and partial coexistence of equally arbitrary and disparate looks over the town. This approach gives equal importance to the subject and the photographer. This is a collection of personal and entirely subjective views on the objective side of town. The subjective perverts the objective and we reinstate it as transcendent or mutant versions of reality.

The idea of this photo gallery began its relationship with the Benaki Museum's photograph, a relationship that becomes increasingly important, but it still seeks its role. The primary objective historian and folklore of the museum, which resulted in the collection of photographs with emphasis on their function as evidence, was completed (without degradation) with the addition of artistic selection criteria. The move led to the museum collection of photographs with the additional criterion of the presence of a particular, known and remarkable artist. We have seen, so the collections of photographs of Nelly's, dated Papaioannou, Charisiadis and others to find shelter in the museum and used both scientifically and artistically. This shift of the museum is extremely important, both because it adds dimension and aesthetic value to the documentary function of photography and partly because it covers the status and organization of the artistic function. Commissioning, followed by contemporary photographers to produce photographic images, the museum complements the roles of adding it, is perhaps most important, inspired him and promoter of creative work. There comes a period of more simply to collect the existing project to archive and to preserve for future generations, but is itself the cause of birth in the collection. It thus operates only as a space for collection and storage projects, but also as a living organism production projects.

The staff of the photographic section of the museum, led by Fani Constantinou, has not only embraced this shift and its significance, but seems to enjoy the expansion of its role and attempts, calmly and with confidence in time, coupled and parallel consistency of traditional documentary function with that of contemporary artistic dimension of photos guard, maintain and manage.

The idea behind the production of this book and photographs contained in the cooperation was based on an organization, such as photographic cycle "which has as its main objective the creation of artistic photography with another organization, the Benaki Museum, which has as secondary objective of producing photographs. The photographic cycle "has among its members many good young photographers, to whom passed the message and the ultimate goal, to start creating a photographic image with the specific contents of the general issue. But not confined only to members. We looked for other photographers and eventually among those presenting their work, there are many who are not members of the "Circle".

The concept of the matter is Athens at the turn of the century, as we saw a passer. That have restricted the scope only to external sites. But not assigned to the photographers specific sub-topics, but were freed in the selection of specific issues that interested them. The subjectivity of the creative approach better served if it starts from what is photographed is not limited to what is photographed. Moreover, this city is the city. In this live, see it every day and have the right to convey to us the detail that makes impression. Because we must note that the photo is only dealing with detail, which leads us always indirectly (and hopefully transcendental) in total.

My responsibility as curator was to select the photos that were not always together (not always in complete agreement) with the photographers. My photographic preferences, as is inevitable, intervening in this process, but I hope not to give the whole project an overly critical my signature. After all the works belong to the photographers and not the server. But because my role as theoretical and as curator of photography is less important than the teacher (or exercise less effective), I am mainly cause photography to follow the path of photographers and just with my final intervention I clearer photo of the proposal. In this case, "worked" with the photographers (at least most people), watching the progress of their work and discussing their options. The final choice, however, reflect the relative preferences and I express my full approval. These options could be very different, but often the logic and structure of the book showed the way to avoid duplication and ensure a diverse and distinct issues.

The final number of photographs each photographer has of course nothing to do with its value or its position in the photographic arts community. Besides a collective artistic proposal can not be related to athletic competition. And if the individual segments give the same quantitative weight, then losing all rhythm and unity. The photographs of each were selected on the basis of the subject, the breadth, the number of images has proposed and the coherence of the photos could provide.

The photos of the album (and accompanying report) will be granted without pay from the photographers at the Museum in recognition of the contribution of the Benaki Museum in photography and hopefully the file to include more and more photographs with personal artistic approach.

During this preparation, however, did two interesting findings. The first was that few photographers from people I know in Athens (and after twenty years of teaching I know many) photographs of the city. Of the thirty-four Greek photography book only five or six already photographed Athens when the idea of the book. But despite my efforts to find other young photographers to take pictures in Athens (I asked teachers, critics and journalists) are few, very few, appeared. And even at a time when the photographer tends to shift to his place (the city where they live is the scene of his life), and its removal from the role of neutral observer of an alien environment. The question remains, and perhaps more important than any explanation.

The second finding has to do with the almost uniform direction that they took the work of photographers. Or rather the two are often mutually-covered lines. Athens met sometimes with obvious humor and sometimes as chaotic Third World city. It is true, however, that after observing the pictures and while observing the city, I could only agree. These two directions exists, is perhaps the most legitimate and is certainly the most charming. The personality of the town is not based on unquestionably real cosmopolitan side, which most often reflect a provincialism and a cymose follow. The character of Athens is more to this naughty yet tender and funny mixing the village and the city. There may claim and idiosyncratic charm. Many issues, of course, that would carry even more this character absent from the book. Remain open for next photo. Just to see themselves and to choose.

I would like this book be both as spectators and photographers an incentive to see the town and see it more personal. I also wish more photographers, known or unknown, can be closely aside personal ambitions and seek their participation in group work. The example of the involvement of Bernard Plossu can inspire. I feel however, that the dedication of such a protein should be addressed to those young photographers who do not participate in the book, either because they had no time to present their work, either because they did not learn about it, or because of my criticism in good faith rejected. They I apologize and urge them to photograph themselves or other issues with even greater dedication even better than the photographers of this collection.

Finally, I want to thank from my heart Angel Delivorias Mr, Mrs Irene Geroulanou, Mrs. Fani Constantinou, Mrs Irene Bountouri and anyone else from the Benaki Museum has worked to produce this camera, it made me think that the country we can work together and produce work of high quality and mutual respect. For me, this offer of the Benaki Museum adds to all the others.

Plato Rivellis

======================================================

The Photographic Archive of Benaki Museum
H broader objectives and the challenge of contemporary photography
The establishment in 1973 of the Photographic Archive of Benaki Museum came to meet the need of preservation and enhancement of photographic heritage, if it had not yet been assessed as worthy of exclusive responsibility. Function as an independent department confirms the specificity of the museum organization, which, thanks to the flexibility and readiness, able to respond promptly to the relevant requirements of the cultural life of the country and the challenges of our times.

In thirty years of his career, the Board frequently revised its policy and expanded its objectives, adjusted to the requirements of the material, but the new situation created in recent years thanks to strong interest in state and private parties around the old and the contemporary photographic creation. The primary criterion for the formation of the collections was the testimony of the photographic image. Illustrations of monuments and works of art from the Byzantine and post-Byzantine period, general or partial views of urban or rural villages of Greece, and scenes of traditional life gathered, classified and documented so that the scholars of Greek history and civilization have at their disposal a valuable source of visual information.

Soon he found that the documentary value of the image could not remain the sole criterion for selecting the photos. The archives of Nelly's, Voula Papaioannou and Dimitris Charisiadis, major representatives of Greek photography, sparked a review of the benchmarks of the material. Apart from the testimony of the photographic image, attention should turn to themselves, the specificity of their own writing, their contribution to the development of Greek photography, ally or distanced from the international artistic currents. Along with the careful retention of historical photographic archives and the lengthy process of documentation, of the debt raised in the presentation of Greek photographer with exhibitions and issue albums under the supervision of the curators of the Archive or external partners.

Over the last decade (1990-2000), and the museum was closed because of construction and epanekthetikon of work, the Gallery was suffocating in a confined space. However, it ceased to cultivate a fruitful contact with cultural institutions and bodies to represent Greece in international competitions and to enrich its collections.

Under the decentralized system under which it articulated and re-opened the new museum organization in June 2000, it was essential to re-house the archive to an independent property (Square Friendly Society 15), after appropriate interventions and providing modern technology developed suitable repository of original material, maintenance workshop, photos and negatives, darkroom, library and reading room to accommodate the students.

The conditions were most suitable to take steps in new directions and to implement broader programs. The thought of opening up to contemporary photography through topics included in the cultural vision of the museum, had now matured. The bold decision to award the project to young photographers will be eliminated already diavlita boundaries between historical and contemporary photographic creation, between yesterday and today. Will also be canceled and the dubious distinction between art and photo-recording which, in practice, moreover, had already done the work of earlier photographers, since each author would be able to detect a freely given topic and reimburse his personal style.

Also benefit from this project are two-sided: the young photographers have the incentive to work creatively and satisfaction of presenting their work at a major cultural institution in the country, while the Gallery becomes a valuable material which depicts a theme - anyway, great interest and represents the current trends in Greek fotografias.H shooting in Athens at the end of the 20th century offered to young photographers, because the urban space is a modern city is constantly changing, and because the Athenian landscape photography was developed. Athens not loved by the camera, although attracted the pioneers of the new art in the first year of the invention.

The first foreign tourists, photographers arrived in Athens after an arduous journey to climb the Acropolis to photograph the monuments, and indeed the first Greek colleagues. The first decades of the 20th century

added to the ancient sites and the official face of the city: the two main squares, Syntagma and Omonia, the central arteries and especially Athenian Trilogy. Exceptions are the photos of Fred Boissonnas, who captured sample the city life, and Nelly's, which, under the guidance of athinaiografou Demetriou Kambouroglou, photographed the historic fabric, obeying trends piktorialismou and clear sense of nostalgia. Later, the photographers of the postwar decades (Spiro Meletzis Costas Balafas, Voula Papaioannou and Dimitris Harisiadis) centered mainly in the countryside and the lives of farmers, following the trend back to the purity of nature that prevailed after the shock of the Second World War. From hints of life in the city are the work of Papaioannou and cowardly attempts Charisiadis give the position of Athens in '50, we had to get up the last two decades of the 20th century. to mind the Greek photographer's interpretation of the urban landscape.

This proposal of the Benaki Museum has responded enthusiastically good friend Plato Rivellis known in the photographic space for artists, writers and teachers work. With the knowledge and experience of cooperating constructively with young photographers who rushed to give their own version of the space experience.

Harvesting of the images offer views and opinions of diverse Athens, leaving room for many different approaches, and inviting us to observe that day caught up.

Fani Constantinou

Head Photo Gallery
Benaki Museum

Price: £26.00
  • Add to cart
  • Thumbnail
(C) Yperano Records, 1998 - Ongoing
Hosted by Ore Net UK